σκηνοποιός

σκηνοποιός
ο , η изготовитель, -ница палаток

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "σκηνοποιός" в других словарях:

  • σκηνοποιός — tentmaker masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνοποιός — (I) ο, ΝΑ κατασκευαστής σκηνών, άτομο που έχει ως επάγγελμά του την κατασκευή σκηνών αρχ. 1. κατασκευαστής πραγμάτων που ανήκουν στη σκηνή θεάτρου. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκηνή + ποιός*]. (II) ὁ, Α κατασκευαστής σκήνους, δημιουργός σώματος ως κατοικίας… …   Dictionary of Greek

  • σκηνοποιόν — σκηνοποιός tentmaker masc/fem acc sg σκηνοποιός tentmaker neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνοποιοί — σκηνοποιός tentmaker masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνοποιούς — σκηνοποιός tentmaker masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνοποιῷ — σκηνοποιός tentmaker masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Azzo — Azzo, Mon. Unter den »Frommen« des Klosters auf Monte Casino zählt Mabillon (Sæc. VI. P. 1. pag. 104) auch einen Mönch Azzo auf, von dem erzählt wird, daß bei dessen Tode der hl. Erzengel Michael erschienen sey und seine Seele in den Himmel… …   Vollständiges Heiligen-Lexikon

  • SUTOR — a suendo: Interim Romanis Sutores dicti, non illi qui acu vestes consuebant; sed qui coria in usum calceorum. Et Plato Politic. de artificiis vestim entorum dislerens, commemorat την` τρήσει καὶ ῥαφῇ χρωμένην σύνθεσιν, Confectionem illam, quae… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -ποιός — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγική δύναμη, που συνδέεται με το ρ. ποιῶ. Η παραγωγική σχέση μεταξύ τού ρ. ποιῶ και τών συνθέτων σε ποιός δεν έχει προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Το… …   Dictionary of Greek

  • σκηνοπηγικός — ὁ, Α [σκηνοπηγῶ] σκηνοποιός …   Dictionary of Greek

  • σκηνοποιία — η, σκηνοποιΐα, ΝΑ [σκηνοποιός] κατασκήνωση («ἡ τὲ τῶν ἱππέων καὶ τῶν πεζῶν σκηνοποιΐα παραπλήσιος», Αιν. Τακτ.) αρχ. 1. ίδρυση σκηνής, δημιουργία θεάτρου 2. κτίσιμο φωλιάς 3. θεατρική παράσταση 4. φρ. «σκηνοποιΐα της τύχης» μτφ. η συχνή μεταβολή… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»